Η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα σήμερα είναι εξόφθαλμη: Τα υπάρχοντα κόμματα αδυνατούν να δώσουν λύσεις (ή να τις υποδείξουν με ρεαλισμό) σε βασικά και στοιχειώδη προβλήματα του κράτους και της κοινωνίας.

Αδύνατο να πετύχουν και το ελάχιστο της συναίνεσης προκειμένου να αντιμετωπιστούν εφιαλτικά συμπτώματα κοινωνικής διάλυσης – η αλογία και βία της οχλοκρατίας, η εγκληματική καπηλεία του πανεπιστημιακού ασύλου, η επιμονή της κομματικής ιδιοτέλειας να ασελγεί στον ψυχισμό της νεολαίας.

Η αδυναμία συναίνεσης στα στοιχειώδη συνοδεύεται (ή και προκαλείται) από την κραυγαλέα ανικανότητα και ολιγότητα των κομματικών αρχηγών, τα σπιθαμιαία τους (ως προς τις απαιτήσεις των καιρών και το παρελθόν πολιτισμού της χώρας) αναστήματα. Πανικοβάλλει τον πολίτη η τέλεια ανυπαρξία κριτικών διεργασιών στο εσωτερικό των κομμάτων: η δειλία των στελεχών και των μελών να κρίνουν τον αρχηγό, νηφάλια και υπεύθυνα να τον αμφισβητήσουν, όταν αποδείχνεται ανίκανος. Απελπίζει – το γεγονός ότι οι κομματικοί αρχηγοί εκλέγονται με κριτήριο, κυρίως ή και αποκλειστικά, τον εντυπωσιασμό των ολιγοφρενών: Για το οικογενειακό τους όνομα ή για το νεαρό της ηλικίας τους και το «κοκοράκι» των μαλλιών τους ή για τον τσαμπουκά μιας «αριστεροσύνης» που χυδαΐζει στο κοινοβούλιο με λόγο και εμφάνιση.

Εχοντας δεδομένη (και στατιστικά) την απαξίωση των κομμάτων κάποιοι πολίτες στρέφονται απεγνωσμένα, σαν σε σανίδα σωτηρίας, στους «πνευματικούς ανθρώπους». Τους ζητούν να βγουν μπροστά, να εκφράσουν τη λαϊκή αγανάκτηση, την οργή, τις απαιτήσεις της κοινωνίας των πολιτών, αυτοί να ηγηθούν καινούργιων πολιτικών σχηματισμών ενάντια στον φασισμό της συνδικαλισμένης ιδιοτέλειας, της ψηφοθηρίας που κολακεύει την κτηνωδία και την παράνοια. Τέτοιες προσδοκίες από τους «πνευματικούς ανθρώπους» ίσως υποδηλώνουν νοσταλγικές αναγωγές σε αγλαϊσμένα συμβάντα του παρελθόντος: Στη δήλωση του Σεφέρη ενάντια στη δικτατορία ή, προγενέστερα, στην πολιτική επιφυλλιδογραφία του Γιώργου Θεοτοκά, πιθανόν και στο εξοχότερο πολιτικό κείμενο της σύγχρονης Ελλάδας: «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά» του Οδυσσέα Ελύτη.

Ξεχνούν όσοι προσβλέπουν στους «πνευματικούς ανθρώπους» ότι και τα τρία αυτά συγκινητικά παραδείγματα πολιτικής παρέμβασης έμειναν παντελώς ατελέσφορα – καμιά εξουσία δεν υπολογίζει κρίσεις, προτάσεις, υπογραφές διανοουμένων. Ακόμα και η καθολική θεωρητική καταδίκη του μαρξιστικού - λενινιστικού - σταλινικού ολοκληρωτισμού και των φρικωδών εγκλημάτων του δεν εμποδίζει να υπάρχουν ακόμα κόμματα που ευαγγελίζονται αυτή τη φρίκη ως οδό σωτηρίας και να ψηφίζονται σταθερά από το 10% περίπου των Ελλαδιτών.

Επίσης καθολικά, από στοχαστές και ιστορικούς, έχει καταδικαστεί το ένοπλο πραξικόπημα, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Ελλάδα – απέβλεπε να ενσωματώσει στανικά τη χώρα στον εφιάλτη του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και προκάλεσε πολυαίμακτο εμφύλιο πόλεμο. Κι όμως, η πάγκοινη θεωρητική καταδίκη δεν εμποδίζει τους ηττημένους του πραξικοπήματος (που εκ των υστέρων και οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι «ευτυχώς νικηθήκαμε») να είναι, τριάντα χρόνια τώρα, οι νικητές στο ιδεολογικό πεδίο. Εμπρακτα νικητές, δηλαδή αφέντες και κυρίαρχοι στα πανεπιστήμια, στα σχολειά, σε κάθε χώρο καλλιτεχνικής δημιουργίας, στα μέσα ενημέρωσης, στον έλεγχο των προϋποθέσεων δημόσιας προβολής οποιουδήποτε. Και μιλάμε όχι για τους κάποτε ανιδιοτελείς της Αριστεράς, αλλά για τους συμφεροντολόγους καριερίστες επιγόνους.

Φτάσαμε στο σημείο, ακόμα και της Ακαδημίας Αθηνών τα λογοτεχνικά βραβεία να δίνονται στα απονέρια της μαρξιστικής φενάκης και μάλιστα οι βραβευμένοι να απολογούνται δημόσια σαν υπόλογοι, επειδή δέχθηκαν να βραβευθούν από θεσμό - σύμβολο της «συντήρησης»! Σε ποια μετερίζια λοιπόν να αναζητήσουν οι πολίτες τους «πνευματικούς ανθρώπους» που με την ανιδιοτέλεια, την οξυδέρκεια, το κύρος ενός Σεφέρη, Ελύτη, Θεοτοκά θα μπορούσαν σήμερα να υποδείξουν ή να σαρκώσουν λύσεις εξόδου από το αδιέξοδο της κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος;

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ