Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

ΠΡΟΔΟΔΥΣΣΕΙΑ

Μετά τη  ΔΟΣΙΛΟΓΙΑΔΑ
ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ
 πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν
……………..
ΡΑΨΩΔΙΑ Ω
Ματάκια μου πότε θα ’ρθεις; Και πότε θα γυρίσεις;
Είκοσι έτη σε θωρώ, στον ύπνο μου μονάχα
Δέκα απ’ αυτά στον πόλεμο, κομματικών γραφείων
Και άλλα δέκα στο νερό, έγλυφες τους δελφίνους
Και τώρα που’σαι ζήτουλας, με άφησες μονάχη!!!
Όταν με τα μαλλάκια μου, σου  σκούπιζα τα σάλια
Τότε γλυκά με κοίταζες, όσο λεφτάς  κι αν ήσουν
Γύρνα λατρεία μου κοντά , γύρνα πάλι σε  μένα
Γιατί ποτέ δε στήθηκα σε ξένο χωρίς ρούχα
Γυμνή κανείς δεν θώρησε, το σφριγηλό κορμί μου
Μόνο εσύ αγάπη μου που δεν μιλάς καθόλου
Έλεγε η Πενέλοπε – όχι η Κρουζ – κι έκλαιγε με πόνο.

Την ίδια ώρα ο Χοντρός, ο πιο χοντρός μνηστήρας
Διάλεξη έδινε κρυφά, στους Κύκλωπες ρωτώντας
“κάτι πρέπει να κάνουμε. Πρέπει να κινηθούμε
Αλλιώς την Πενελόπε μου δεν θα την ξαναδούμε”
Μνηστήρες γύρω της πολλοί, μα δύο οι πιο γενναίοι
Ο ένας ο Αntonio – και όχι ο Banderas –
Από κοντά στοιχίζεται , μα άλλος ο πιο νέος
Alexis θαρρώ πως λέγεται, στο όνομα ο μνηστήρας
και όχι από τους Κάρρινγκτον, αυτούς  στη  Δυναστεία.
Να και ένας πιο μικρός. Λίγο τρελούλης δείχνει.
Το μάτι του είναι θολό. Και το μαλλί του λείπει.
Μη το χει κόψει με σπαθί; Μην είναι τριχοφάγος;
Ή είναι από το γίδινο, της περικεφαλαίας;
Ηλίας είναι το όνομα. Λωλός απ’ τους μνηστήρες.
Να κι ένας βροντερός. Τα έχει τα κιλά του.
Από τις  βόλτες με σκαρί, δεν του λειψαν τα ψάρια.
Πάνος θαρρώ πως λέγεται. Και είναι και χοντρούλης.
Κάπου στο βάθος φαίνονται, και άλλοι δυο μνηστήρες
Ο ένας πάντα απεργός, ο άλλος μόνο γλύφτης.
Μα η όμορφη Πενέλοπε, κρατάει χαρακτήρα.
Κάθε πρωί σηκώνεται και σκέφτεται τους λόγους
Πως τους μνηστήρες θα μπορεί, ακόμα να δουλεύει
Γιατί τον άντρα της ζητά. Για αυτόν θωρρεί τα άστρα
Τη θάλασσα αφουγκράζεται, και  τρώει και  μια πάστα
Από αυτές που έφεραν, οι δόλιοι μνηστήρες!!
Μπορεί να μη τους κάθεται, αλλά δεν είναι γύφτος
Τα δώρα τους εκτιμά πολύ, αλλά κρατάει ύφος
Ώσπου μια μέρα έρχεται, η είδηση από τους μάντεις
Πως ο καλός ο άντρας της, φάνηκε προς τις Άνδεις
ΜΗ!!!!! Μη κάθεστε θνητοί!!! Φώναξε με μανία!
Πάρτε καράβια και σπαθιά, και πάτε να τον βρείτε.
Και πίσω μη γυρίσετε, χωρίς την αφεντιά του!!
Σηκώθηκε από νωρίς, ο γυιός της ο πρώτος Μάλαξ.
Μάλαξ  είναι το όνομα, βασιλικό στα έπη
Για αυτό και τώρα μη γελάς, και βγάλεις κανά έρπη
Γιατί το Μάλαξ ως όνομα,  εσένα σου ταιριάζει
«Πάρε καράβι στιβαρό. Πάρε καλούς στρατιώτες.
Και να ‘χεις ούριο άνεμο, καθώς θα ταξιδεύεις.»
Αυτά του είπε η γυνή, και τον γλυκοφιλούσε
Και «πρόσεχε» του φώναξε , απ’ το παράθυρο της
«μη πίνεις οίνο άσκοπα, και μη μιλάς σε ξένους
Ούτε σε καπηλειά σε άγνωστες, να απλώνεις το ξερό σου»
«Έγινε» φώναξε ο υιός, στην όμορφη μαμά του.
Πήγε και γύρισε άπραγος,  ο Μάλαξ ο υιός της
Και η Πενέλοπε έκλαιγε,  με όλο το λυγμό της
Ο πιο γκαβός από τους γαμπρούς, ο Αντώνιος  ο τύφλας
Έλεγε σε όλους πως αυτός, είναι ο κυβερνήτης
Οι άλλοι τον κορόιδευαν. Ήξεραν πως δεν βλέπει.
Έβλεπαν όλοι τον χοντρό, που έκανε πουστίτσες
Ήταν από πολύ παλιά, μεγάλη τουπανίτσα
Και ήξεραν πως ο Alexios, του τη φυλάει τη φάπα
Με αγωνία περίμεναν, να δούνε τι θα γίνει
Οι υπόλοιποι κλαρινογαμπροί, μόνο διασκεδάζαν
Μόνο ένας πολύ φτωχός. Άμοιρος και ζητιάνος.
Τους έβλεπε καθώς τρώγανε, και γέλαγαν στο παλάτι
Δεν μίλαγε, δεν ρώταγε. Και δεν παραπονιόταν.
Γιατί την προηγούμενη, του είχαν ρίξει φάπες.
Τότε που ξεσηκώθηκε, να πει πως δεν αντέχει.
Περίμενε μόνο ο φτωχός. Και μέτραγε την ώρα.
Και μόλις βρήκε αφορμή, τράβηξε το μαχαίρι.
Το τι επακολούθησε, δεν γράφεται σε ποίημα.
Γιατί ο δόλιος ο φτωχός, δεν ήτανε μονάχος.
Το σύνθημα έδωσε με μιας, σε άλλους ίσους κι όμοιους.
Που όλοι τους είχαν σιχαθεί, να τρώνε απομεινάρια.
Μνηστήρες έτρεχαν γυμνοί. Ξεβράκωτοι σ’ αγγούρια
Που δούλοι κράταγαν πολλά, όχι καθαρισμένα
Κρεμόταν από παράθυρα, το έλεος ζητούσαν
Μα έλεος δεν βρίσκανε,  γιατί  δεν είχαν δώσει.
Και τώρα ήταν η σειρά, άλλων να μη τους δώσουν
Και ήταν όλων η σειρά να είναι κυβερνήτες.
Όχι γιατί η Πενέλοπε, ήταν η πιο ωραία.
Αλλά γιατί τους έλειπε, το θάρρος να το πούνε.
Το θάρρος να παραδεχτούν, πως ήταν όλων άχτι.
Αυτή που παρατήσανε, σε άλλων χέρια χρόνια.
Και τώρα ήρθε ο καιρός, να αποκαταστήσουν.
Και από δούλη καθενός, των δόλιων μνηστήρων
Να είναι δίκαιη και σοφή, ανθρώπων όχι χοίρων
Να γίνει πάλι ελεύθερη από κάθε λογής  αλήτη
Να γίνει πάλι άξια,  πατρίδα του Ελύτη.
ΙΩΑΝΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: