Κυριακή 31 Ιουλίου 2011
Τα τρία σημάδια παλιγγενεσίας
Aμέσως μετά τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, τη γερμανική κατοχή, τον λιμό της κατοχής και την πολυαίμακτη κομμουνιστική ανταρσία, οι πρώτοι «τουρίστες» που έφτασαν μαζικά στη συφοριασμένη Ελλάδα ήταν Ελληνοαμερικανοί. Ερχονταν να ξαναβρούν όσους συγγενείς επέζησαν, να μετρήσουν νεκρούς, να κομίσουν όποια ιδιωτική βοήθεια ήταν μπορετό, κυρίως σε ρουχισμό.
Πρέπει αυτές οι επισκέψεις να έγιναν αισθητές στην ελλαδική κοινωνία, ήταν εκτεταμένο φαινόμενο. Ο Ελληνοαμερικανός συγγενής αποτέλεσε αξιοπερίεργη παρουσία, σχολιάστηκε, κρίθηκε, ταξινομήθηκε: Η αμερικανίζουσα προφορά των ελληνικών, η διάνθισή τους με...
Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011
Βραβεία ιδιωτικής αντίστασης
Η απόγνωση για την παντοδαπή διάλυση του κράτους, της έννομης τάξης και κάθε κοινωνικής λογικής στην Ελλάδα σήμερα, ζητάει ερείσματα αντίστασης που να δικαιολογούν ελπίδα: ότι η κρίση δεν θα διαρκέσει, ότι υπάρχει φως στο βάθος του τούνελ.
Κάπου θέλουμε να ελπίσουμε οι άνθρωποι. Σε κοινωνική ομάδα, σε θεσμό, σε επαγγελματική τάξη. Που να σώζει την ποιότητα και τη δυναμική της ανιδιοτέλειας την ικανή να λειτουργήσει ως καταλύτης κοινωνικού μετασχηματισμού και επανίδρυσης του κράτους. Εναυσμα παλιγγενεσίας.
Πρώτη και εύκολη η καταφυγή στο αόριστο νεφέλωμα των «πνευματικών ανθρώπων»: Τι κάνουν οι «πνευματικοί άνθρωποι» σήμερα, γιατί δεν συσπειρώνονται να βγουν μπροστάρηδες στη λαϊκή οργή, να αντιπαλαίψουν το σαπισμένο και ανίκανο πολιτικό σύστημα; ....
Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009
Συνεχίζεται το ρεσιτάλ νεφελοβασίας
Το άγχος μετασχηματίζεται σε φόβο. Η ελλαδική κοινωνία έχει κάθε λόγο να φοβάται. Δεν ξέρουμε πώς θα βγει ο χειμώνας. Αν το κράτος θα κηρύξει «στάση πληρωμών», αδυναμία να πληρώσει μισθούς, συντάξεις, δανειστές, προμηθευτές. Αν θα μπορέσουν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους νοσοκομεία, συγκοινωνίες, ύδρευση, ηλεκτροδότηση. Αν οι απεγνωσμένοι αρχίσουν να λεηλατούν μαγαζιά, αν ο νόμος της ζούγκλας και το έγκλημα μετατρέψουν τη ζωή σε εφιάλτη.
Ο φόβος αναδύεται από τα ψηλαφητά στον καθημερινό βίο δεδομένα χρεοκοπίας της ελλαδικής οικονομίας, τη συνακόλουθη (ή αιτιώδη της χρεοκοπίας) ατιμωρησία της κερδοσκοπίας και φαυλότητας, τη συνεχή επίταση πρωτογονισμού των συμπεριφορών που κάνουν βασανιστική την καθημερινότητα. Ομως, τίποτε από αυτά δεν μοιάζει να απασχολεί τους προφανέστατα ενόχους για το εφιαλτικό αδιέξοδο: τους επαγγελματίες της εξουσίας και τις αμιγώς συμφεροντολογικές συντεχνίες τους, τα κόμματα. Αυτούς, το μόνο που τους κόφτει, ακόμα και μέσα στον πάταγο της οικονομικής κατάρρευσης, είναι η ετικέτα που θα ξεγελάσει μικρονοϊκούς ψηφοφόρους: ποιος δικαιούται να διεκδικεί τον (ανύπαρκτο) «μεσαίο» χώρο: η «κεντροδεξιά» ή η «κεντροαριστερά», οι «φιλελεύθερες» ή οι «σοσιαλιστικές» φιοριτούρες;
Οι άνθρωποι είναι άρρωστοι, πάσχουν από σαφέστατη απώλεια επαφής με την πραγματικότητα. Ή αλλιώς, μας εμπαίζουν απροσχημάτιστα. Προσπαθούν να παρασύρουν τους αφελείς εκτός πραγματικότητας, να μετράνε ουτοπίες με τη μεζούρα: πόσο «δεξιά» ή πόσο «κεντρώα» είναι η «κεντροδεξιά», πόσο λιγότερο «κεντρώα» από την «κεντροαριστερά»! Οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, η κριτική της για τα όσα παρέλαβε, η «αυτοκριτική» της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την εκλογική συντριβή της, η ρητορική των υποψηφίων για την αρχηγία στη Ν.Δ., όλα λόγια άσχετα με οποιαδήποτε ανάλυση πραγματικών αιτίων της κρατικής χρεοκοπίας, της κοινωνικής διάλυσης, της απειλούμενης καταστροφής.
Ο πρωθυπουργός έσπευσε, από την πρώτη μέρα, να υποκαταστήσει τις επαγγελίες του για πολιτικές καινοτομίες με τεχνάσματα εντυπωσιασμού: Μετονόμασε υπουργεία προτού να σχεδιάσει την αναδιάρθρωση αρμοδιοτήτων, προκαλώντας πελώρια σύγχυση στην έτσι κι αλλιώς αναποτελεσματική κρατική λειτουργία, με κατάληξη να αναδειχθούν και επισήμως απράγμονες τεράστιος αριθμός υπαλλήλων. Προέχουν οι εντυπώσεις, όχι η πολιτική. Και με τη λογική των «εφφέ» προκήρυξε την ελεύθερη υποβολή υποψηφιοτήτων για το κατ’ εξοχήν πολιτικό λειτούργημα στη δημόσια διοίκηση: τις θέσεις των γενικών γραμματέων στα υπουργεία. Είπαμε, το μόνο που ενδιαφέρει τους πολιτικούς είναι ο φενακισμός των αφελών, όχι να συνεγείρουν κοινωνική δυναμική μήπως και αναχαιτιστεί ο εφιάλτης.
Ακόμα πιο οδυνηρή πρόκληση: η κενολογία και αδιαφορία για το αδιέξοδο της χώρας στο προεκλογικό κουκλοθέατρο της Ν.Δ.: Δεν ενδιέφερε κανέναν, ήταν ολοφάνερο, η ποιότητα των υποψηφίων, ο δείκτης ευφυΐας του καθενός, το τι κατόρθωσε ώς τώρα στην πολιτική ή πόση ανικανότητα και φαυλότητα επέδειξε. Καμιά πραγματιστική ανάλυση, ούτε ίχνος, για συγκεκριμένες αιτίες της ανεπάρκειας, των σκανδάλων, της παραλυτικής αδυναμίας κυβερνητικών ανασχηματισμών και κομματικής ανασύνταξης στη διάρκεια της νεοδημοκρατικής πενταετίας. Και ούτε καν να θέτουν ερώτημα: ποια συγκεκριμένα πολιτικά - θεσμικά ενεργήματα προτείνει κάθε υποψήφιος αρχηγός για την αναχαίτιση της οικονομικής χρεοκοπίας, της κρατικής διάλυσης, της κοινωνικής αλογίας.
Τίποτε από αυτά. Το μόνο που απασχολούσε τους υποψήφιους ηγέτες της Ν.Δ., αλλά και τα στελέχη, τους βουλευτές, τους οπαδούς ήταν: αν πουλάει περισσότερο το μπαλόνι του «φιλελευθερισμού» ή το πυροτέχνημα του «συντηρητισμού», αν το κόμμα τους είναι οδοντόκρεμα ή απορρυπαντικό ελκυστικότερο για τους Δεξιούς ή ελκυστικότερο για τους Κεντρώους. Το πολιτικό επίπεδο προεκλογικού προβληματισμού της Ν.Δ. προϋπέθετε διανοητικά καθυστερημένους εκλέκτορες.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε κατάσταση χρεοκοπίας: ζει με δανεικά έχοντας χάσει τη δανειοληπτική αξιοπιστία της, ξοδεύει αλόγιστα, με ξέφρενη σπατάλη και κακοδιαχείριση, για να συντηρεί την απληστία κάθε κομματικής πελατείας. Μπορεί αυτή η εγκληματική αθλιότητα να αναχαιτιστεί με διαχειριστικές πρακτικές δήθεν περιορισμού των κρατικών εξόδων και δήθεν πάταξης της φοροδιαφυγής; Με ποια θεσμικά μέτρα, ριζικές αλλαγές θεσμών και λειτουργίας θεσμών, μπορεί να ενεργοποιηθεί η δημιουργικότητα του πολίτη, η παραγωγικότητα ως κοινωνική δυναμική; Είναι ποτέ δυνατό να παραγάγει πλούτο μια κοινωνία στην οποία η άμιλλα, ο ανταγωνισμός της ποιότητας, η καταξίωση της αριστείας και της δημιουργικής τόλμης έχουν και θεσμικά καταργηθεί; Είναι δυνατό να καταστεί παραγωγική μια κοινωνία όπου ο συνδικαλισμός, ως κράτος εν κράτει, ακυρώνει κάθε κοινωνική προτεραιότητα, διαστρέφει μεθοδικά τη συνείδηση του πολίτη σε στεγανό ατομοκεντρισμό κτηνώδους ιδιοτέλειας; Είναι δυνατό να ανακάμψει μια κοινωνία που τα σχολειά της ετοιμάζουν βανδάλους και τους εκπαιδεύουν ήδη από το Δημοτικό στις πρακτικές των γκανγκστερικών εκβιασμών;
Αντί να μας κατακλύζουν με την αηδιαστική λογοδιάρροια περί «μεσαίου χώρου» και βλακωδών «εξισορροπήσεων» της «ελεύθερης» ή της «κατευθυνόμενης» οικονομίας, θα μπορούσαν τα κυβερνητικά στελέχη σήμερα, ή οι ορεγόμενοι την αρχηγία της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να μας πουν συγκεκριμένα και τίμια: Θα τολμήσουν ποτέ να εφαρμόσουν τα όσα προβλέπει για τον συνδικαλισμό των δημοσίων υπαλλήλων ακόμα και το τεταρτοκοσμικό πασοκικό Σύνταγμα του 1985; Θα τολμήσουν ποτέ να δώσουν προτεραιότητα στην κοινωνία, και όχι στο κόμμα τους, μεταφέροντας τις κομματικές τους νεολαίες έξω και μακριά από τους τόπους σπουδής και εργασίας – πανεπιστήμια, σχολειά, εργατικά συνδικάτα; Θα επιχειρήσουν ποτέ, και με ποια θεσμικά μέτρα, να ασκήσουν κοινωνικό έλεγχο στους εμπόρους της πληροφόρησης και αγωγής του ψυχισμού των πολιτών; Με ποιες συγκεκριμένες θεσμικές τομές θα μπορούσαν (αν το καταλάβαιναν και το φιλοδοξούσαν) να αποκαταστήσουν στη χώρα αξιοκρατία, καταξίωση της ποιότητας, προβάδισμα των αρίστων, απόλυτη προτεραιότητα στόχου την κατά κεφαλήν καλλιέργεια;
Να είναι βέβαιος ο αναγνώστης ότι κανένας επαγγελματίας της πολιτικής, οποιουδήποτε κόμματος, δεν απαντάει σε τέτοια ερωτήματα.
Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009
«Μηδέν στο πηλήκιο»!

Tου Χρηστου Γιανναρα
Ναι, το είπε ο ανελλήνιστος: «Και τι κατάφεραν οι αντίπαλοί μας; Μηδέν στο πηλήκιο»!
Υπήρξε υπουργός Παιδείας, υπουργός Εξωτερικών, ετοιμάζεται να είναι αυριανός πρωθυπουργός των Ελλήνων. Και δεν ξέρει να ξεχωρίσει το «πηλίκον» (αποτέλεσμα της διαίρεσης δύο αριθμών) από το «πηλήκιο» (στρατιωτικό κάλυμμα της κεφαλής).
Η Ελλάδα δεν είναι ούτε γεωγραφία ούτε Ιστορία αλλοτριωμένη σε ιδεολόγημα. Είναι στάση ζωής και νόημα ζωής σαρκωμένα και τα δύο στη γλώσσα. Οσο υπήρχαν Ελληνες, πρώτη ανάγκη είχαν: «Ελευθερία και γλώσσα» (Σολωμός). Ελευθερία είναι η κατακτημένη ετερότητα, η ανάγκη να είσαι ο εαυτός σου, να αυτοκαθορίζεσαι, όχι να σε διαφεντεύουν άλλοι. Και η γλώσσα σαρκώνει την ετερότητα, καθιστά τον αυτοκαθορισμό κοινή, κοινωνούμενη πράξη.
Ο ανελλήνιστος πολιτικός αρχηγός δεν ξέρει να ξεχωρίσει το «πηλίκον» από το «πηλήκιο». Πώς να εμπιστευθούμε ότι καταλαβαίνει πού βρίσκονται τα γλωσσικά σύνορα της ελληνικής ετερότητας: ποια η διαφορά (βιωματικού φορτίου αιώνων) ανάμεσα στην «κοινωνία» και στη «societas», στη «δημοκρατία» και στη «respublica», στον «λόγο» και στη «ratio», στην «αλήθεια» και στη «veritas», στο «πρόσωπο» και στην «persona», στον «νόμο» και στη «lex». Και αν στις διαφορές αυτές δεν έχει ριζωμένα παιδικά βιώματα πατρίδας, τι θα υπερασπίσει σαν πρωθυπουργός; Το ακαθάριστο εθνικό προϊόν και την κατά κεφαλήν καταναλωτική ευχέρεια; Αλλά τότε ας δικτυωθεί καλύτερα η οικογένειά του να τον κάνει πρωθυπουργό σε κράτος με γλώσσα (και συνείδηση) δίχως ετερότητα - σε κανένα Βέλγιο ή Λουξεμβούργο.
Οι επερχόμενες εκλογές, στις 4 Οκτωβρίου 2009, θυμίζουν κάτι από τις αποφράδες εκείνες του Νοεμβρίου 1920, τότε που οι Ελληνες, ασυλλόγιστα και φανατισμένα, όδευαν προς τη συμφορά. Σαν οσμή και τώρα στην ατμόσφαιρα η ανατριχίλα από το κακό που συνοδεύει πάντα την αλογία και την τυφλότητα. Και μάλιστα χωρίς να υπάρχει σήμερα αμφιλεγόμενος ηγέτης, δίλημμα για τον λαό. Μια παράδοση στόχων αλήθειας και ποιότητας ζωής τρεισήμισι χιλιάδων χρόνων παραδίνεται (από αμηχανία, αγανάκτηση ή απερισκεψία) στα χέρια ενός ανθρώπου που δεν ξέρει να ξεχωρίσει το «πηλίκον» από το «πηλήκιο».
Δεν φταίει που είναι ανελλήνιστος ο μεθοδικά κατασκευασμένος «ηγέτης». Δεν είχε παιδικά βιώματα πατρίδας στην Ελλάδα ούτε γλώσσα μητρική τα ελληνικά. Το κρίμα και η ιστορική ευθύνη είναι των παραιτημένων από τη σκέψη και την κρίση τους ψηφοφόρων. Ο ίδιος απέδειξε απροσχημάτιστα πόσο έτοιμος είναι να απεμπολήσει κοιτίδες της ελληνικής πρότασης πολιτισμού, όταν προπαγάνδιζε, δίχως αιδώ ή λύπη, την εξωφρενική πλεκτάνη του Σχεδίου Ανάν για την Κύπρο. ΄Η, πριν από λίγες μέρες, με τις δηλώσεις του εκπροσώπου του για το Σκοπιανό.
Στην προεκλογική του εκστρατεία μιλάει μόνο για λεφτά, πώς θα μπουκώσει τον Ελλαδίτη της παρακμής με ψευδαισθητική ευζωία. Ούτε λέξη για τις τουρκικές έμπρακτες (καθημερινής βίας) απαιτήσεις κυριαρχίας στο Αιγαίο, για τα πολιτικά καμώματα του «κομμουνιστή» (αλλά νατοϊκής ποδηγέτησης) προέδρου της Κύπρου να νεκραναστήσει, μαζί με τον Ταλάτ, την εκτρωματική πανουργία του Ανάν. Ούτε σχολίασε ποτέ (όπως και κανένας Ελλαδίτης πολιτικός) τον προγραμματικό αφελληνισμό της παιδείας και των θεσμών στην Κύπρο από το καθεστώς Χριστόφια.
Το ορθολογικό συμπέρασμα είναι αδυσώπητο: Η ελληνικότητα της Κύπρου, η ελληνικότητα του ονόματος Μακεδονία αφήνουν παγερά αδιάφορο τον αυριανό πρωθυπουργό της Ελλάδας. Τι φυσικότερο να τον αφήνει αδιάφορο και η ελληνικότητα του Αιγαίου, της Θράκης, του Καστελλόριζου, της Λήμνου, της Μυτιλήνης. Με ανελλήνιστη ηγεσία, βουβή και άλαλη για τα εθνικά θέματα, ο ορθολογισμός μεταγγίζει τον φόβο της σαφέστατα επαπειλούμενης συμφοράς. Γι' αυτό και οι επερχόμενες εκλογές θυμίζουν κάτι από τις αποφράδες εκείνες του 1920, έχουν μια πρόγευση φόβου προσφυγιάς, ξεριζωμού, ίσως αίματος. Τα σημάδια της πολιτικής «σταδιοδρομίας», ώς τώρα, του γλωσσικά ανελλήνιστου μάλλον βεβαιώνουν ότι, αν γίνει πρωθυπουργός, η «λύση» του Κυπριακού, του Σκοπιανού, της μοιρασιάς του Αιγαίου θα επιβληθεί μέσα σε εβδομάδες ή ελάχιστους μήνες. Ομως Θρακιώτες, Καστελλοριζιοί, Μυτιληνιοί, μέσα στο περίπου 40% των Ελλαδιτών ψηφοφόρων, χοροπηδάνε, με πράσινες σημαιούλες, κάτω από το μπαλκόνι του ξενότροπου κομματάρχη διαδηλώνοντας την ίδια εκείνη επιλογή του 1920: «Μικράν Ελλάδα», συρρικνωμένη, και ούτε λόγος για «έντιμον» - σήμερα τη θέλουμε «πάροχον καταναλωτικής ευχέρειας».
Εναλλακτική λύση; Μα είναι φανερό πως δεν υπάρχει, ο ανελλήνιστος δεν έχει αντίπαλο. Η «Νέα Δημοκρατία» έχει τελειώσει πολιτικά, ήταν είκοσι χρόνια ανύπαρκτη ως αντιπολίτευση και πέντε χρόνια ανύπαρκτη ως κυβέρνηση. Σίγουρα δεν μπερδεύει το «πηλίκον» με το «πηλήκιο», αλλά έχει πια αποδείξει, επί είκοσι έξι χρόνια, ότι είναι το ίδιο ή και πιο θεαματικά ανελλήνιστη: στα μπλα-μπλα που με στόμφο εκφέρει και στα αυτοκτονικής ατολμίας διαχειριστικά της ενεργήματα. Δεν πιστεύει αυτό το κόμμα σε τίποτα, το μόνο που ήθελε, και προσπάθησε υστερικά, ήταν να γίνει ΠΑΣΟΚ. Και δεν τα κατάφερε. Αποδείχτηκε, εκτός από εξωφρενικά ανίκανη, και ανήκεστα φαύλη.
Μένει ακόμα μία εβδομάδα ώς τις εκλογές. Η πορεία της χώρας είναι προδιαγεγραμμένη, όσοι οσφραίνονται τα επερχόμενα νιώθουν ανήμποροι να αναχαιτίσουν την αλογία. Για την εξαφάνιση των «εθνικών» θεμάτων και της άμυνας από την προεκλογική ατζέντα θα μπορούσε να έχει υπάρξει κάποια παρήγορη παρέμβαση (συμβολική αντίσταση συλλογικής αξιοπρέπειας) της Ακαδημίας Αθηνών, της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Εχει μάλλον χαθεί η επίγνωση ότι μπροστάρηδες στην κοινωνία δεν μπορεί να είναι μόνο οι ανυπόληπτοι επαγγελματίες της εξουσιαστικής μονομανίας και ιδιοτέλειας.
Τουλάχιστον, στην εβδομάδα που απομένει, ας μπορούσε να εμφανιστεί ένας τίμιος και ανυστερόβουλος «εκλογολόγος» από αυτούς που σπουδάζουν την σε βάρος μας πανουργία των εκλογικών νόμων, να μας συμβουλέψει: Ποια είναι η αποτελεσματικότερη οδός για να αποτραπεί η αυτοδυναμία του ανελλήνιστου: Η αποχή; Η υπερψήφιση εξωκοινοβουλευτικών κομματιδίων «της πλάκας»; Το λευκό; Το άκυρο;
Στη δεκαετία του 1950 ή '60, αν ένας πολιτικός μιλούσε για «μηδέν στο πηλήκιο» θα είχε τελειώσει αυθημερόν την καριέρα του μέσα στον γενικό καγχασμό. Η γλωσσική ευαισθησία ήταν τέτοια, που επέτρεπε στο χιούμορ του Μποστ να λειτουργεί καθολικά στην ελληνική κοινωνία και να σπάζει κόκαλα. Σήμερα, μια σατυρική ιδιοφυΐα με τη γλώσσα του Μποστ δεν θα προκαλούσε ούτε μειδίαμα. Μέσα σε πενήντα χρόνια οι Ελληνες ξεριζώθηκαν μεθοδικά από τη συνέχεια της γλώσσας τους, από την κοινή σάρκα και κοινωνούμενη πράξη του αυτοκαθορισμού τους, της ετερότητάς τους.
Αυτή η απώλεια φαίνεται πως πρέπει να μετρηθεί και με εδαφική συρρίκνωση. Το ιστορικό τέλος ιστορικών λαών πάντοτε εντοπίζεται και χαρτογραφημένο.

