Μάνος Ξυδούς, 1953-2010
Ποιος να σου στερήσει το δικαίωμα στ' όνειρο αφού μόνο αυτό έχεις. Αυτό και την καψούρα σου για τη μουσική «χειροτεχνία». Να την κάνεις μηχανάκι του βιοπορισμού. Ας βγαίνει δύσκολα και με κόπο το μεροκάματο του μουσικού «ντελίβερι». Ο αλλοδαπός πουλάει φραπέδες το καλοκαίρι στην παραλία και ο τραγουδοποιός τα κομμάτια της ψυχής του στο πλήθος. Μια γλυκιά συμμορία με μουσική και στίχο, που πετάει γκαζάκια στη φτώχεια της απαξιωμένης συλλογικότητας, ενάντια στον πλούτο της καταναλωτικής μακαριότητας, θα περιμένει πάντα έναν τραγουδοποιό για να τον κάνει αρχηγό της.
Ποιος, αλήθεια, έχει τα κότσια να πάρει στα σοβαρά την καλλιτεχνική αγωνία του πασαλειμμένος από γεννησιμιού του, όπως και οι υπόλοιποι, με τη μεγαλοπρέπεια της ελληνικής μιζέριας; Θα ‘χει να παλέψει άγρια με τα στοιχειά της απόρριψης. Της απόρριψης, που γίνεται απογοήτευση και παραίτηση. Θα τον τυρανίσει ο έρωτας που “μπαινοβγαίνει απ' το φούρνο στην κατάψυξη”, που “είναι ανίκανος να τελειώσει και να το φχαριστηθεί”. Ποιος μπορεί να αγνοήσει τις σταθερές της μικροαστικής εξίσωσης -σπουδές, καριέρα, οικογένεια- στη χάραξη της προσωπικής διαδρομής του; Να μείνει ανεπηρέαστος απ' τη ρηχότητα της συλλογικής αφασίας, που μεταθέτει συνεχώς στο μέλλον και στο άπειρο κάθε πόθο να δώσει καρπούς το όνειρο;
Και σήμερα που τα πράγματα έχουν γίνει...
Ποιος να σου στερήσει το δικαίωμα στ' όνειρο αφού μόνο αυτό έχεις. Αυτό και την καψούρα σου για τη μουσική «χειροτεχνία». Να την κάνεις μηχανάκι του βιοπορισμού. Ας βγαίνει δύσκολα και με κόπο το μεροκάματο του μουσικού «ντελίβερι». Ο αλλοδαπός πουλάει φραπέδες το καλοκαίρι στην παραλία και ο τραγουδοποιός τα κομμάτια της ψυχής του στο πλήθος. Μια γλυκιά συμμορία με μουσική και στίχο, που πετάει γκαζάκια στη φτώχεια της απαξιωμένης συλλογικότητας, ενάντια στον πλούτο της καταναλωτικής μακαριότητας, θα περιμένει πάντα έναν τραγουδοποιό για να τον κάνει αρχηγό της.
Ποιος, αλήθεια, έχει τα κότσια να πάρει στα σοβαρά την καλλιτεχνική αγωνία του πασαλειμμένος από γεννησιμιού του, όπως και οι υπόλοιποι, με τη μεγαλοπρέπεια της ελληνικής μιζέριας; Θα ‘χει να παλέψει άγρια με τα στοιχειά της απόρριψης. Της απόρριψης, που γίνεται απογοήτευση και παραίτηση. Θα τον τυρανίσει ο έρωτας που “μπαινοβγαίνει απ' το φούρνο στην κατάψυξη”, που “είναι ανίκανος να τελειώσει και να το φχαριστηθεί”. Ποιος μπορεί να αγνοήσει τις σταθερές της μικροαστικής εξίσωσης -σπουδές, καριέρα, οικογένεια- στη χάραξη της προσωπικής διαδρομής του; Να μείνει ανεπηρέαστος απ' τη ρηχότητα της συλλογικής αφασίας, που μεταθέτει συνεχώς στο μέλλον και στο άπειρο κάθε πόθο να δώσει καρπούς το όνειρο;
Και σήμερα που τα πράγματα έχουν γίνει...